Παρασκευή 17 Ιουνίου 2011

Υπαρξιακά θανατικά

Υποτίθεται, πως σε κάθε στρατιώτη αντιστοιχεί ένα σεντόνι
εδώ όμως μας δώσαν περισσότερα
χάρηκα στην αρχή σαν άνθρωπος
μα μετά με έπιασε ένας πηχτός φόβος
γιατί ακούστηκαν κάτι παράξενα χτυπήματα
μέσα στη γη

Των γραμμάτων παιχνιδίσματα

Βγήκα για καφέ με την Αλεξία
πήρα έναν διπλό
αυτή δεν έχει παραγγείλει κάτι
σκέφτηκα ότι δεν έχει νομίσματα στο πορτοφόλι
τη ρώτησα αν θέλει να την κεράσω
μα δεν απάντησε και υπέθεσα ότι προσβλήθηκε
ένιωσα να κοκκινίζουν τα μάγουλα μου
να ιδρώνουν οι παλάμες μου
ντράπηκα
άρχισα να μιλάω για άσχετα θέματα
έτσι για να ξεφύγω
από την αμηχανία
μίκραιναν τα πνευμόνια μου
τα μάτια μου σκούρυναν
μα το στόμα μου γεμάτο σάλια
τίποτα κανένα κεφάλι κανένα σώμα
μία μεγάλη τρύπα
 μιλάω
ακατάπαυστα
μιλούσα
φεύγανε ασχεδίαστα από μέσα μου
όλα τα γράμματα της ΑΒητου
 πέφτανε πάνω της
μα ούτε που τα τίναζε
τα πνευμόνια μου δυο κάρβουνα
μουτζουρώνουν την ΑΒ
που βγαίνει.
έτσι μαύρισα το λευκό κελί
έκλαψα
έκλαψα πολύ τότε
γιατί η Αλεξία δεν είπε λέξη 

Ε-πανα-προσδιορισμοί



Είμαι πολύ βαρύς και στο στομάχι μου
γεννιέται ο Βάκχος έλικας
τουρτουρίζω στα δάχτυλα μου
και χτυπάνε στα ξεχασμένα

Ήμουν μικρός όταν είδα τη σφαγή
Θυμάμαι που ξαγκίστρωσα
το αυτί από το κεφάλι μου
                           το έριξα κοντά σε ένα μισοφαγωμένο βατράχι
οι δυο κίτρινες τελείες του
                  κοιτούσαν
  το ασήμι στο ταβάνι
                           και το πλαστικό τρενάκι
έφευγε
   με τα πόδια του

και όταν περπάτησε το αυτί
      στον προκάτοχο του 
σφύριξε προσευχές
                 τούτη η ανωμαλία έκανε να χάσω τις αισθήσεις μου

ξυπνάω ιδρωμένος
   το αλάτι ακόμα με σκάβει
μα τι συμβαίνει, έχω γεμίσει ατέλειες


απογοητευμένος ο πρώτος
                                ο Α και ο Ω
                                ο Ηγέτης
                                Ο πρόγονος
ο πατερας
                               ξεφυσά δίπλα μου δυνατά
                               και φτάνω κάπου εκεί κοντά
                              το κουρέλι του φονιά
                                                                          να μαζεύω ότι στάζει.